Μετάβαση στο περιεχόμενο

hand

Από Βικιλεξικό
Image Δείτε επίσης: Hand

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hand hands

hand (en)

  1. (ανθρώπινο σώμα) το χέρι
    παράδειγμα  Hands up!
    Ψηλά τα χέρια!
  2. ο εργάτης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας hand
γ΄ ενικό ενεστώτα hands
αόριστος handed
παθητική μετοχή handed
ενεργητική μετοχή handing

hand (en)

  • περνάω ή δίνω σε κάποιον κάτι
    παράδειγμα  Hand me your lighter/the salt, please.
    Για πέρασε τον αναπτήρα σου/το αλάτι.
    παράδειγμα  Read it and hand it to your friends.
    Διάβασε το και πέρασε το στους φίλους σου.
    παράδειγμα  Could you, please, hand me that pen?
    Μου δίνετε, παρακαλώ, αυτό το στυλό;
     συνώνυμα: pass

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hand (nl)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hand (sv)