Μετάβαση στο περιεχόμενο

is

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
is < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική εἰς

Image Πρόθεση

[επεξεργασία]

is

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Όπως και στα νέα ελληνικά, αυτή η πρόθεση συνδυάζεται με το οριστικό άρθρο και γίνεται έναρθρη. Δείτε την κλίση του οριστικού άρθρου (o) για περισσότερα.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

is (en)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • 's (συναίρεση)



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

is (da)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Image Αντωνυμία

[επεξεργασία]

is (la) - ea - id

Οριστική Αντωνυμία
ενικός
πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική is ea id
γενική eius eius eius
δοτική ei ei ei
αιτιατική eum eam id
κλητική - - -
αφαιρετική eo ea eo
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ei/ii/i eae ea
γενική eorum earum eorum
δοτική eis/iis eis/iis eis/iis
αιτιατική eos eas ea
κλητική - - -
αφαιρετική eis/iis eis/iis eis/iis
(Οριστικές Αντωνυμίες)

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

is (no)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

Image Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

is (nl)



Σκωτικά (gd)

[επεξεργασία]

Image Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

is (gd)