Problem
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Problem | die | Probleme |
| γενική | des | Problems | der | Probleme |
| δοτική | dem | Problem | den | Problemen |
| αιτιατική | das | Problem | die | Probleme |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Problem < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική problem < λατινική problema < αρχαία ελληνική πρόβλημα [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Problem (de) ουδέτερο
- το πρόβλημα
- Es gibt ein Problem mit dem Auto, es springt nicht an.
- Υπάρχει ένα πρόβλημα με το αμάξι, δε παίρνει μπρος.
- Es gibt ein Problem mit dem Auto, es springt nicht an.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- kein Problem - κανένα πρόβλημα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Problem στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)