Μετάβαση στο περιεχόμενο

Problem

Από Βικιλεξικό
Image Δείτε επίσης: problem, problém, problem-

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Problem die Probleme
γενική des Problems der Probleme
δοτική dem Problem den Problemen
αιτιατική das Problem die Probleme

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Problem < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική problem < λατινική problema < αρχαία ελληνική πρόβλημα [1] [2]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʁoˈbleːm/
 

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Problem (de) ουδέτερο

  • το πρόβλημα
    Es gibt ein Problem mit dem Auto, es springt nicht an.
    Υπάρχει ένα πρόβλημα με το αμάξι, δε παίρνει μπρος.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • kein Problem - κανένα πρόβλημα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Problem στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Image Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Problem - Duden online.
  2. Problem - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).