keep
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | keep |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | keeps |
| αόριστος | kept |
| παθητική μετοχή | kept |
| ενεργητική μετοχή | keeping |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Ρήμα
[επεξεργασία]keep (en)
- (μεταβατικό) κρατώ, φυλάω, συνεχίζω να έχω κάτι και δεν το επιστρέφω ούτε το πετάω
Did you keep the letters you got?
- Κράτησες τα γράμματα που πήρες;
Keep the change!
- Κράτα τα ρέστα!
His wife kept his first poems.
- Η γυναίκα του φύλαξε τα πρώτα του ποιήματα.
- (μεταβατικό, keep + κάτι + επίρρημα/πρόθεση) κρατώ, φυλάω, διατηρώ, βάζω κάτι σε ένα συγκεκριμένο μέρος για να το αποταμιεύσω ή να το προστατέψω
Keep my suitcase safe for me while I’m gone.
- Κράτησέ μου τη βαλίτσα όσο λείπω.
I don’t keep money on me.
- Δεν κρατώ μαζί μου χρήματα.
Do you keep your ID on you?
- Κρατάς την ταυτότητά σου;
Keep your savings for a difficult time.
- Φύλαξε τις οικονομίες σου για μια δύσκολη ώρα.
Keep it in a cool place.
- Διατηρήστε το σε δροσερό μέρος.
He kept all his money in government bonds.
- Έβαλε όλα τα λεφτά του σε κρατικά ομόλογα.
- (μεταβατικό, ειδικά βρετανική σημασία) κρατώ, φυλάω κάτι για κάποιον
I will keep your seat for you./I will keep you a seat.
- Θα σου κρατήσω τη θέση.
Will you keep my suitcase for me while I’m away?
- Θα μου φυλάξετε τη βαλίτσα όσο λείπω;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κρατώ, διατηρώ κάτι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ή θέση
Keep your hands in your pockets.
- Κράτησε τα χέρια σου στις τσέπες σου.
Keep the fire burning.
- Κράτησε τη φωτιά αναμμένη.
I do exercises to keep fit.
- Κάνω ασκήσεις για να διατηρηθώ υγιής.
Prices are keeping steady.
- Οι τιμές διατηρούνται σταθερές.
Both sides agreed to a detailed plan for keeping the peace.
- Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ένα λεπτομερές σχέδιο για τη διατήρηση της ειρήνης.
Sorry to keep you waiting.
- Συγγνώμη που σας άφησα να περιμένετε.
- (αμετάβατο) συνεχίζω, διαρκώς, συνεχώς
- (μεταβατικό) κρατώ ένα μυστικό, το γνωρίζω αλλά δεν το ανακοινώνω
She can’t keep anything (secret) from her friends.
- Δεν μπορεί να κρατήσει τίποτα από τις φίλες της.
- (μεταβατικό) κρατώ, τηρώ, κάνω αυτό που έχω υποσχεθεί να κάνω
I’m keeping my promise.
- Κρατώ υπόσχεσή μου.
She kept her word.
- Κράτησε το λόγο της.
He always keeps his word.
- Τηρεί πάντα το λόγο του.
Promises were not kept.
- Οι υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν.
- (μεταβατικό) κρατώ, καταγράφω κάτι
I keep minutes/a diary.
- Κρατώ πρακτικά/ημερολόγιο.
- (μεταβατικό) έχω, τρέφω ζώα
He keeps hens/bees/pigs.
- Έχει (τρέφει) κότες/μελίσσια/γουρούνια.